'τονε

ἄτονε , ἄτονος
slackness
masc/fem voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τόνε — Α θεσσ. τ. τού ουδ. τής αντων. ὅδε, αντί τόδε …   Dictionary of Greek

  • τόνε — τόνος that by which a thing is stretched masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όνε — ὅνε, ἥνε, τόνε (Α) (θεσσαλικός τ.) όδε*. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντί τής δεικτ. αντων. ὅ δε στη θεσσαλική και αρκαδική διάλεκτο χρησιμοποιήθηκαν τύποι που σχηματίστηκαν με τα μόρια: νε (πρβλ. τόνε, τάνε), νι (πρβλ. αρκαδ. ὁνί) και νυ (πρβλ. αρκαδ. κυπρ. ὅνυ,… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Μοντεσπάν, Φρανσουάζ-Αθηναΐς, μαρκησία του- — (Francoise Athenais de Montespan, 1641 – 1707). Ευνοούμενη του Λουδοβίκου ΙΔ’ της Γαλλίας. Κόρη του μαρκήσιου της Μορτμάρτρ και πρίγκιπα του Τονέ Σαράντ, Γαβριήλ, μπήκε στην Αυλή αρχικά με την ονομασία δεσποινίς ντε Τονέ Σαράντ. Ανατράφηκε και… …   Dictionary of Greek

  • έδε — ἔδε επιφών. (Μ) για δες, κοίτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μόριο έ(ν) (πρβλ. αρχ. ήν) + (ί)δε (πρβλ. τις φράσεις «έ δε τονε», «έδε δουλειές»)] …   Dictionary of Greek

  • ακλούθα — (ως επίρρ.) ακολουθώντας «μη ζωντανέψ’ η κεφαλή και τόνε πάρη ακλούθα» (Αρ. Βαλαωρίτης). [ΕΤΥΜΟΛ. Προστακτική τού ρήματος ακολουθώ, από όπου και ο τ. ακλουθώ με συγκοπή τού φωνήεντος ο , που χρησιμοποιείται ως επίρρημα] …   Dictionary of Greek

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek

  • για — (I) (πρόθ., σύνδ.). Ι. (ως πρόθ. και με έκθλιψη γι ) εκφράζει: 1. αναγκαστικό αίτιο(«τσακώνονται για το παραμικρό») 2. τελικό αίτιο, σκοπό («τόν σκότωσε για την τιμή της») 3. κίνηση σε τόπο («φεύγω για το σπίτι») 4. ικανότητα, αρμοδιότητα,… …   Dictionary of Greek

  • γλείφω — (Μ γλείφω) σύρω τη γλώσσα επάνω σε κάτι νεοελλ. Ι. 1. εγγίζω απαλά ή μόνο στην επιφάνεια («το κύμα έγλειφε τον βράχο») 2. κατατρώγω, καταστρέφω («δυο ποντικοί... τού δέντρου εγλείφασιν την ρίζαν») 3. βασανίζω, τριβελίζω («οι έννοιες και οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.